Εμβόλιο Pfizer: «Θύελλα» για τη βρετανική «σπουδή» – Για «φαρμακευτικό εθνικισμό» κατηγορεί η Ευρώπη το Λονδίνο

Η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι χάρη στο Brexit το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε η πρώτη χώρα της Δύσης που ενέκρινε τη χρήση ενός εμβολίου για τον νέο κορονοϊό, μια δήλωση που επικρίθηκε ως «φαρμακευτικός εθνικισμός».

«Ενώ μέχρι και τις αρχές της φετινής χρονιάς ήμασταν μέλη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA), χάρη στο Brexit μπορέσαμε να πάρουμε μια απόφαση (…) βασισμένη στις βρετανικές ρυθμιστικές αρχές (…) και όχι με το ρυθμό των Ευρωπαίων, που προχωρούν κάπως πιο αργά», είπε ο υπουργός Υγείας Ματ Χάνκοκ αφού δόθηκε το «πράσινο φως» στο εμβόλιο της αμερικανο-γερμανικής κοινοπραξίας Pfizer/BioNTech.

«Κάνουμε όλοι τους ίδιους ελέγχους ασφαλείας και ακολουθούμε τις ίδιες διαδικασίες, όμως καταφέραμε να επιταχύνουμε τη διαδικασία χάρη στο Brexit», πρόσθεσε ο υπουργός.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 31 Ιανουαρίου, όμως κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, μέχρι τα τέλη της φετινής χρονιάς, υπόκειται ακόμη στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς.

Λόγω του Brexit ο EMA, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκου, αναγκάστηκε να μετακομίσει από το Λονδίνο στο Άμστερνταμ τον Μάρτιο του 2019 μαζί με τους 900 εργαζομένους του.

Να σημειωθεί πάντως ότι σε ανακοίνωσή της η βρετανική Υπηρεσία Ελέγχου Φαρμάκων και Προϊόντων Υγείας (MHRA), προσπάθησε να ρίξει τους τόνους, υπογραμμίζοντας ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να χορηγήσει προσωρινή άδεια χρήσης σε κάποιο φάρμακο, εφόσον κρίνεται αναγκαίο για τη δημόσια υγεία.

«Μπορέσαμε να ανακοινώσουμε την προμήθεια του εμβολίου ως αποτέλεσμα των όρων που περιλαμβάνονται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και ισχύουν μέχρι την 1η Ιανουαρίου», είπε η Τζουν Ρέιν, η διευθύντρια της MHRA, σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε.

«Διεθνής προσπάθεια»
Στο Twitter, ο υπουργός Επιχειρηματικότητας Άλοκ Σάρμα χαιρέτισε το γεγονός ότι η Βρετανία είναι «η πρώτη χώρα» που υπέγραψε συμφωνία με την Pfizer/BioNTech και θα αρχίσει να χορηγεί το εμβόλιο. «Τα επόμενα χρόνια, θα θυμόμαστε αυτή τη στιγμή ως την ημέρα που το Ηνωμένο Βασίλειο ανέλαβε το βάρος της ανθρωπότητας απέναντι σε αυτήν την ασθένεια», υποστήριξε.

Αυτή η θριαμβευτική δήλωση δεν άρεσε στον Αντρέας Μιχαέλις, τον πρεσβευτή της Γερμανίας στο Λονδίνο: «Γιατί είναι τόσο δύσκολο να αναγνωρίσουμε αυτή τη σημαντική πρόοδο ως μια μεγάλη επιτυχία και διεθνή προσπάθεια;» διερωτήθηκε.

«Το σημαντικό δεν είναι να είσαι ο πρώτος, αλλά να έχουμε ένα ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο», σχολίασε από την πλευρά του ο Γερμανός υπουργός Υγείας Γενς Σπαν, επισημαίνοντας ότι, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους, το Λονδίνο επέλεξε να δώσει έγκριση για «κατεπείγουσα χρήση». Επιπλέον, εξήγησε ότι η «επιτυχία» δεν είναι και τόσο «βρετανική», δεδομένου ότι η γερμανική εταιρεία βιοτεχνολογίας BioNTech «χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ».

Ένας εκπρόσωπος του Βρετανού πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον απέφυγε να επαναλάβει τις δηλώσεις του υπουργού Υγείας. «Αυτό που μετράει, είναι ότι είμαστε η πρώτη χώρα στον κόσμο που ενέκρινε το εμβόλιο αυτό και αυτό έγινε χάρη στη μεθοδική δουλειά της MHRA».

Λονδίνο και Βρυξέλλες διαπραγματεύονται εδώ και μήνες τη νέα εμπορική σχέση τους, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου την 1η Ιανουαρίου. Στην περίπτωση που δεν καταλήξουν πουθενά, ή αν υπάρξουν καθυστερήσεις στα σύνορα, το εμβόλιο των Pfizer/BioNTech, που παρασκευάζεται στο Βέλγιο, μπορεί να μεταφερθεί αεροπορικώς στη Βρετανία, είπε ο Χάνκοκ μιλώντας στο BBC.

Αντιδράσεις για την «σπουδή» της Βρετανίας
Δυσαρέσκεια στην γερμανική κυβέρνηση έχει προκαλέσει η ταχύτητα έγκρισης του εμβολίου των εταιριών Biontech και Pfizer κατά του κορονοϊού, την ώρα που το Βερολίνο σχεδιάζει την παράταση του μερικού lockdown τουλάχιστον μέχρι τις 10 Ιανουαρίου.

«Αυτή είναι η δική μας βάση, από την οποία δεν θα απομακρυνθούμε ούτε στην πανδημία», δήλωσε η αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος Ουλρίκε Ντέμερ, παραπέμποντας στις διαδικασίες έγκρισης των εμβολίων που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τις ευρωπαϊκές διαδικασίες υπερασπίστηκε και ο υπουργός Υγείας Γενς Σπαν, επισημαίνοντας ότι «το θέμα δεν είναι να είναι κανείς πρώτος, αλλά να έχουμε ένα αποτελεσματικό και ασφαλές εμβόλιο». Η διαδικασία ωστόσο, τόνισε, πρέπει να προχωρήσει «όσο το δυνατόν ταχύτερα».

Στο ίδιο πνεύμα, ο γερμανός πρέσβης στο Λονδίνο, Αντρέας Μιχαέλις, αντιδρώντας σε ανάρτηση του Γενικού Γραμματέα του βρετανικού υπουργείου Ενέργειας και Οικονομίας ‘Αλοκ Σάρμα, ο οποίος έγραψε στο Twitter ότι «η Βρετανία ήταν η πρώτη χώρα που υπέγραψε συμβόλαιο με τις Biontech και Pfizer και τώρα είναι η πρώτη χώρα που αρχίζει να εμβολιάζει», τόνισε: «Γιατί είναι τόσο δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς αυτό το βήμα προς τα εμπρός ως μια θαυμάσια διεθνή προσπάθεια και επιτυχία;» Παρότι η γερμανική εταιρία Biontech συνέβαλε αποφασιστικά στην δημιουργία του εμβολίου, δεν πρόκειται για εθνικό θέμα, αλλά για ευρωπαϊκό και διατλαντικό, πρόσθεσε ο γερμανός διπλωμάτης. Προηγουμένως ο υπουργός Υγείας της Βρετανίας, Ματ Χάνκοκ, είχε αναδείξει το Brexit ως βασικό παράγοντα που συνέβαλε στην ταχύτερη διάθεση του εμβολίου στην Βρετανία σε σχέση με την Ε.Ε.

Την βρετανική «σπουδή» καταδίκασε και ο ειδικός για θέματα Υγείας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) στο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Πέτερ Λίζε, λέγοντας ότι «μια πιο ενδελεχής εξέταση είναι καλύτερη από μια βιαστική έγκριση έκτακτης ανάγκης». Ο κ. Λίζε, ιατρός ο ίδιος, περιέγραψε την τόσο γρήγορη έγκριση ως «προσπάθεια να αποπροσανατολισμού από τις αποτυχίες της κυβέρνησης Τζόνσον στην κρίση του κορονοϊού».

Για «ευφορία εμβολίων» έκανε λόγο από την πλευρά του ο επικεφαλής της Μόνιμης Επιτροπής Εμβολίων (Stiko) Τόμας Μέρτενς, ο οποίος, μιλώντας στην Rheinische Post, προειδοποίησε ότι «θα χρειαστεί κάποιος χρόνος για την ακριβή εξέταση των στοιχείων που απαιτούνται για την έγκριση», ενώ τόνισε ότι ο εμβολιασμός του συνόλου του πληθυσμού στην Γερμανία δεν θα έχει ολοκληρωθεί στο τέλος του 2021. «Ακόμη και εάν μπορούμε να εμβολιάζουμε 150.000-200.000 άτομα την ημέρα, θα χρειαστούν 100 μέρες για να εμβολιαστούν έως 15 εκατομμύρια άνθρωποι», διευκρίνισε ο κ. Μάρτενς.

Σήμερα πάντως το πρακτορείο Reuters μετέδωσε ότι, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, το lockdown που τέθηκε σε ισχύ στις 2 Νοεμβρίου θα συνεχιστεί μέχρι τουλάχιστον τις 10 Ιανουαρίου, ιδίως για τις επιχειρήσεις εστίασης. Οι σχετικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν στα μέσα Δεκεμβρίου, ενώ η πρώτη τηλεδιάσκεψη της Καγκελαρίου ‘Αγγελα Μέρκελ με τους Πρωθυπουργούς των κρατιδίων για το 2021 αναμένεται στις 4 Ιανουαρίου. Η μεγάλη ανησυχία της κυβέρνησης, αναφέρει η BILD, αφορά το ενδεχόμενο αύξησης των κρουσμάτων μετά την προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών που σχεδιάζεται για το διάστημα 20 Δεκεμβρίου έως 1 Ιανουαρίου.

Πηγή: topontiki.gr

Δείτε επίσης

Βρείτε μας