Ο Νικόλας Μακρής και οι «ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ χωρίς ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ» / Συνέντευξη Ι. Γκανέτσα

Αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη με τον Λαρισαίο ηθοποιό και σκηνοθέτη Νικόλα Μακρή, ο οποίος -αν και εδώ και χρόνια ανήκει στο επιτυχημένο καλλιτεχνικό στερέωμα της πρωτεύουσας- επανέρχεται συχνά στις ρίζες του είτε για λόγους αναψυχής είτε για δουλειά, στάθηκε η ταινία μικρού μήκους «ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ χωρίς ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ» σε σκηνοθεσία του ίδιου και σενάριο της Σοφίας Γουργουλιάνη. Η ταινία είναι μέρος της πρωτοβουλίας της Αντιδημαρχίας Πολιτισμού και Επιστημών του Δήμου Λαρισαίων, σε μια προσπάθεια να στηρίξει το ντόπιο καλλιτεχνικό δυναμικό που πλήττεται από την πανδημία. Οι «ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ χωρίς ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ» είναι μια πρωτότυπη δημιουργία που πραγματεύεται τη μοναξιά τριών κτιρίων της πόλης χωρίς ανθρώπους, μια μοναξιά που αφορά πρωτίστως τους ανθρώπους.

Η ταινία μικρού μήκους «ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ χωρίς ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ» δίνει φωνή σε τρεις διαφορετικές τοποθεσίες της πόλης: το Θεσσαλικό Θέατρο, τη Βιβλιοθήκη και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο; Με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν τα τρία σημεία; Ή μήπως η επιλογή έγινε μετά τη συγγραφή του σεναρίου;

Οι αρχικές μικρές ιστορίες ήταν και περισσότερες και μεγαλύτερες. Αφορούσαν σε  διαφορετικά σημεία της πόλης και ήταν καθαρά θέμα έμπνευσης της Σοφίας Γουργουλιάνη που υπογράφει όλα τα κείμενα. Δεν είχαν γραφτεί με προορισμό να καταλήξουν σε ταινία μικρού μήκους. Περισσότερες τοποθεσίες, εκτενέστερες περιγραφές, που ενώ ήταν υπέροχες στην ανάγνωση είχαν κάποιες δυσκολίες να μεταφερθούν στην οθόνη υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Η επιλογή των τριών ιστοριών έγινε καθαρά με καλλιτεχνικούς όρους λαμβάνοντας υπόψιν τους περιορισμούς από την πλευρά της παραγωγής.

Τα τρία κτίρια – ορόσημα της πόλης αποκοτούν οντότητα κατά τη διάρκεια της καραντίνας και διακατέχονται από μια απέραντη μοναξιά, την οποία μάλιστα δεν μπορούν να εξηγήσουν. Πόσο εύκολο ήταν –μαζί με τη σεναριογράφο Σοφία Γουργουλιάνη- να ενώσετε την εικόνα, τις λέξεις και να δώσετε ψυχή στα κτίρια;

Οι ιστορίες της Σοφίας ήταν έτσι κι αλλιώς προσωπικές και ζωντανές. Γι αυτό και μου άρεσαν. Είχαν λεπτομέρειες και ο κάθε χώρος αποκτούσε και χαρακτήρα ανθρώπινο, πέρα από τους ανθρώπους που συμμετείχαν στην ιστορία του.  Η κινηματογραφική απόδοση θεώρησα ότι άλλες φορές ταίριαζε να είναι απολύτως περιγραφικά, όπως στο Θέατρο και άλλες φορές αρκετά ελεύθερα και μεταφορικά όπως στην κλινική. Είχε να κάνει με το ανοιχτό, ήθελα να αφήσω έναν συνειρμό τα υπάρξει. Η Σοφία ήταν πολύ διαθέσιμη για την τροποποίηση των κειμένων και γενικά η συνεργασία ήταν γόνιμη.

Μου άρεσε πολύ η σκηνή στη βιβλιοθήκη. Ο τρόπος που τα βιβλία μετακινούνται και φλερτάρουν είναι εξαιρετικός. Πόσο δύσκολο ήταν για σένα να το αποτυπώσεις χωρίς να φαίνεται ψεύτικο; Συνάντησες κάποια δυσκολία;

Το γύρισμα στη Βιβλιοθήκη ήταν το πιο αστείο. Όπως αστείο ήταν όταν έπρεπε να εξηγήσω στον υπάλληλο του “είδη αλιείας” τι ήθελα να κάνω για να επιλέξουμε την κατάλληλη πετονιά. Στη βιβλιοθήκη πήγαμε ξημερώματα γιατί έπρεπε να προλάβουμε να κάνουμε αυτόν τον μικρό χαμό και μετά να τον εξαφανίσουμε, πριν έρθει κόσμος. Απρόοπτα μεγάλα δεν είχαμε, γιατί είχαμε επισκεφτεί το χώρο νωρίτερα και όλα τα οπτικά εφέ είχαν σχεδιαστεί και τελικά πέτυχαν. Επειδή ήμασταν μικρό συνεργείο (εγώ και η Σοφία), χρειαστήκαμε βοήθεια για την τελευταία σκηνή της ιστορίας. Μια υπάλληλος και ένας νεαρός επισκέπτης επιστρατεύτηκαν για να φέρουμε λίγο περισσότερη αταξία. Το χαρήκαμε όλοι.

Κατά τη διάρκεια της καραντίνας, το Θεσσαλικό Θέατρο, όπως και όλα τα θέατρα, μαραζώνει χωρίς ηθοποιούς στη σκηνή και θεατές στα καθίσματα και παρόλο που -ως ένα σημείο- πολλοί χώροι έχουν επανέλθει σε κάποιους φυσιολογικούς ρυθμούς, το μέλλον των θεάτρων παραμένει αβέβαιο. Είναι η ταινία μια μικρή κραυγή αγωνίας για αυτή την κατάσταση;

Δεν ήταν η πρόθεση να κραυγάσει η ταινία και δε νομίζω ότι το έκανε. Ο θεατρικός     χώρος είναι ένας επαγγελματικός χώρος. Έχει πραγματικές ρεαλιστικές ανάγκες, όσο φαντασιακό και αν είναι το αντικείμενο του. Όσο για τις κραυγές… έχω κραυγάσει και γω μαζί με πολλούς άλλους, αλλά φαίνεται πως τα αυτιά που θα έπρεπε να μας ακούσουν πάσχουν από βαρηκοΐα.

Το νοσοκομείο είναι στην πρώτη γραμμή της καραντίνας, ενώ παράλληλα όλα τα υπόλοιπα προβλήματα υγείας συνεχίζουν να τρέχουν. Αγώνας δρόμου, πιστεύεις, ή έχουμε πολύ δρόμο ακόμη;

Δε γίνεται να μην ακούσεις την επιστημονική κοινότητα σ’ αυτά τα ζητήματα όσο και αν φαίνεται να αντιφάσκει σε σημεία. Είναι στιγμές που πιστεύω πως όταν πάψει το πρόβλημα με τον ιό θα αργήσει πολύ και ίσως δε γίνει και ποτέ η επιστροφή στις παλιές συνήθειες και στην αίσθηση ελευθερίας και αυθόρμητης συνύπαρξης που είχαμε. Και είναι και άλλες στιγμές που πιστεύω πως όταν νιώσουμε ξανά ασφαλείς, θα ξεκινήσει μια παγκόσμια γιορτή. Θα δούμε.

Νιώθεις πιο πολύ ηθοποιός ή σκηνοθέτης; Ή μήπως η δημιουργία δεν έχει –ή δεν θα έπρεπε να έχει- όρια;

Όσο περνάνε τα χρόνια νιώθω ότι δε θα έπρεπε να υπάρχουν πρέπει γενικότερα. Προσπαθώ να τα αποβάλλω από την καθημερινότητα και τις σκέψεις μου συνεχώς. Είναι περίοδοι που νιώθω ηθοποιός, σκηνοθέτης, και τα δύο ή και τίποτα καλλιτεχνικό. Και το δέχομαι. Δεν πιέζω πια τον εαυτό μου προς καμία κατεύθυνση γιατί όσο το έκανα στο παρελθόν νομίζω ότι έχανα μια πιο ουσιαστική σύνδεση με το πολύ μεγαλύτερο “μέσα” που όλοι έχουμε. Δε χρειάζεται να προσπαθούμε να προσδιοριστούμε από αποφάσεις μας και εξωγενείς κατηγοριοποιήσεις.

Πες μας κάτι από τα επόμενα σχέδια σου; Περιλαμβάνει τη Λάρισα κάποιο από αυτά;

Ήταν πολύ ωραία αυτή η σύντομη επιστροφή στη Λάρισα και κάτι συζητιέται για ένα νέο πρότζεκτ εκεί. Φέτος φαίνεται πως θα κινηθώ πιο πολύ στα κινηματογραφικά, δουλεύοντας κάποιες ιδέες και σενάρια που είχαν μείνει στο συρτάρι τα τελευταία χρόνια. Το θέατρο αυτή τη στιγμή φαντάζει σα μια ερωμένη φιλάσθενη και ναρκοληπτική. Είναι δύσκολη η συνεύρεση, όσο και να το θέλουμε.

Ιωάννα Γκανέτσα, Συγγραφέας

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
Σκηνοθεσία-Κινηματογράφηση-Μοντάζ: Νικόλας ΜακρήςΠαίζουν: Χρήστος
Κορδελάς, Αθηνά Σακαλή, Δημοσθένης Χαρούλης, Σπυριδούλα Χαρούλη, Νικόλας Μακρής, Ανδρομάχη Μακρίδου
Κείμενα: Σοφία Γουργουλιάνη
Πρωτότυπη Μουσική: Ευριπίδης Μπέκος
Μίξη Ήχου: Κωνσταντίνος Χαϊκάλης – Studio Praxis
Ηχογράφηση: Κωνσταντίνος Τηγανής
Παραγωγή: Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Επιστημών Δήμου Λαρισαίων, Νικόλας Μακρής
Εκτέλεση Παραγωγής: Πλέγμα – Υπηρεσίες Πολιτισμού

Δείτε επίσης

Βρείτε μας