Ο Άγγελος Μανουσόπουλος «Στην πόλη των ξένων» / Συνέντευξη στην Ιωάννα Γκανέτσα

Αφορμή για αυτή τη συνέντευξη δεν στάθηκε μόνο η επικείμενη παρουσίαση του μυθιστορήματος «Στην πόλη των ξένων» του Λαρισαίου συγγραφέα Άγγελου Μανουσόπουλου σήμερα, Παρασκευή 25 Οκτωβρίου, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Λάρισας στις 19:30. Η επινόηση μιας φανταστικής πόλης στα σύνορα της Ελλάδας και η μαεστρία με την οποία χειρίζεται την πρακτική και την ανθρώπινη πτυχή της μετανάστευσης στάθηκαν αφορμές για να δω την Ξενιάδα μέσα από τα μάτια του συγγραφέα Άγγελου Μανουσόπουλο και να γίνω συνοδοιπόρος στα προβλήματα των τριών ηρώων της ιστορίας, οι οποίοι φαινομενικά δεν έχουν κανένα κοινό στοιχείο αλλά, εν τέλει, όλοι τους υπήρξαν ξένοι στην πόλη αλλά και την ίδια τους τη ζωή.

Η Ξενιάδα είναι μια πόλη διαφορετική. Μια πόλη στα σύνορα, περίκλειστη από φράχτες και συρματοπλέγματα, στην οποία  ζουν οι μετανάστες και όσοι –Έλληνες– εργάζονται σε αυτή. Πώς έφτασες να πλάσεις μια πόλη από το μηδέν και να φλερτάρεις με το δυστοπικό μυθιστόρημα;

Το «Στην πόλη των ξένων» γεννήθηκε στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου δημιουργικής γραφής που παρακολούθησα το 2013 με διδάσκουσα τη Σώτη Τριανταφύλλου. Μας είχε ζητηθεί ως άσκηση να συντάξουμε το σχεδιάγραμμα ενός μυθιστορήματος όπου η πόλη παίζει βασικό ρόλο. Επειδή είχα κάποια δυσκολία, ζήτησα διευκρινίσεις. Όταν η Σώτη μου είπε ότι θα μπορούσε να είναι μία φανταστική πόλη, μου ήρθε στο μυαλό μία πόλη περίκλειστη από φράχτες και συρματοπλέγματα, στην άκρη της χώρας όπου περιορίζεται η κίνηση των νεοεισερχομένων αλλοδαπών μέχρι να αποφασιστεί η τύχη τους. Μετά το τέλος του σεμιναρίου η ιδέα αυτή ωρίμασε μέσα μου, εμπλουτίστηκε από ήρωες, επεισόδια, σκηνές κλπ και τελικά στις αρχές του 2015 ξεκίνησε η συγγραφή που στο τέλος του 2017 κατέληξε στο πρώτο μου μυθιστόρημα.

Με μια βαθύτερη ανάγνωση, κάτω από το πέπλο του φανταστικού, υπάρχουν αλήθειες και πραγματικότητες οι οποίες κάθε άλλο παρά μακρινές είναι. Κάποιος θα μπορούσε να τις θεωρήσει και προφητικές. Πόση δόση αλήθειας κρύβεται στους κόλπους της Πόλης των Ξένων;

Η άποψή μου είναι ότι ποτέ δεν πρόκειται να δημιουργηθεί μία πόλη σαν την Ξενιάδα, δηλαδή μία πόλη-φυλακή ή μία πόλη-κέντρο κράτησης, αν και δεν πρέπει να θεωρούμε τίποτα σίγουρο. Πρωταρχικός στόχος μου ήταν σαφώς η μυθοπλασία, η αφήγηση μιας ιστορίας κι όχι η διατύπωση μιας προφητείας. Αν κάποτε δημιουργηθεί κάποιου τύπου Ξενιάδα θα οφείλεται μάλλον σε σύμπτωση. Γενικά δεν είμαι σίγουρος ότι οι συγγραφείς ψυχανεμίζονται τις αλλαγές των καιρών και προβλέπουν πού θα πάνε τα πράγματα, ώστε να τα καταγράφουν εκ των προτέρων στα έργα του. Περισσότερο νομίζω ότι οι εξελίξεις είναι καμιά φορά τόσο απρόβλεπτες ώστε συναντούν αυτό που ήδη έχει συλλάβει και διηγηθεί η φαντασία των συγγραφέων –καμιά φορά μάλιστα την ξεπερνούν.

Το βιβλίο πραγματεύεται την ιστορία τριών ανθρώπων που –για τον δικό του λόγο ο καθένας– αισθάνονται ξένοι στην ίδια τους τη ζωή και που κατά σύμπτωση συναντήθηκαν σε μια πόλη που δημιουργήθηκε για ξένους. Μάλιστα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου βάζεις έναν αστυνομικό να λέει ότι η Ξενιάδα «είναι σαν μυγοπαγίδα, αν ακουμπήσεις κολλάς». Τι το ιδιαίτερο εκπέμπει η αύρα της πόλης;

Όπως σωστά επισήμανες παραπάνω, το βιβλίο φλερτάρει με το δυστοπικό μυθιστόρημα, δεν είναι το κλασικό δυστοπικό μυθιστόρημα, ακριβώς γιατί η Ξενιάδα δεν είναι ακριβώς μία δυστοπία, δεν είναι μία πόλη-κολαστήριο, είναι περισσότερο ένας αινιγματικός τόπος που άλλοτε έλκει κι άλλοτε απωθεί. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της πηγάζει από πολλούς παράγοντες, ίσως από το γεγονός ότι είναι μία πόλη νέα, «ίσως η πιο νέα πόλη στην κόσμο», χωρίς ιστορία, χωρίς ρίζες στο χρόνο ή ίσως από το γεγονός ότι ο βασικός της πληθυσμός είναι προσωρινός, δηλαδή διερχόμενοι. Θέλησα να παίξω λίγο με τις έννοιες του οικείου και του ξένου, βάζοντας αφενός όσους έρχονται εκεί να έλκονται κατά κάποιο τρόπο από την πόλη, την ίδια στιγμή που η ηρωίδα που γεννήθηκε εκεί νιώθει ότι πνίγεται και θέλει να φύγει. Κάπου μπαίνει ένας τόνος μεταφυσικού αλλά θέλησα να τηρηθεί σε πολύ διακριτικά επίπεδα.

Οι βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι τρεις. Ο Αλέξανδρος, αστυνόμος της Δίωξης Παράνομης Μετανάστευσης, έρχεται με μετάθεση στην Ξενιάδα προσπαθώντας να ξεπεράσει ένα επώδυνο διαζύγιο, η Ζαχρά, η οποία αναζητά νέα για το γιο της που έδωσε από εκεί τα τελευταία σημεία ζωής, και η Μαριάνα, δικηγόρος και μέλος μη κυβερνητικής οργάνωσης που έχει γεννηθεί εκεί και βοηθά μετανάστες. Οι τρεις τους δεν έχουν τίποτα κοινό φαινομενικά. Ωστόσο, μεταξύ του Αλέξανδρου και της Μαριάνας δημιουργείται μια ερωτική σχέση, η Ζαχρά, κατά τη διάρκεια της αναζήτησης κάποιου νέου για την τύχη του γιου της θα βρει συμπαράσταση και βοήθεια Μαριάνα ενώ η έρευνα του Αλέξανδρου για την εξαφάνιση θα αποκαλύψει ότι η άκρη του νήματος βρίσκεται στην Αστυνομική Διεύθυνση Ξενιάδας. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να μπλέξεις τις ζωές των τριών αυτών ανθρώπων;

Βασική αρχή για ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα ή σενάριο είναι η αντίθεση των ηρώων. Αντίθεση χαρακτήρων, αντίθεση επιδιώξεων και σκοπών, αντίθεση συμφερόντων κ.ο.κ. Αυτό είναι που δημιουργεί τη σύγκρουση που είναι κινητήρια αρχή της δράσης. Ήταν σκόπιμο να είναι τόσο αντίθετοι οι χαρακτήρες μεταξύ τους. Το δύσκολο θα ήταν να φτιάξω πλοκή με χαρακτήρες όμοιους μεταξύ τους.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείς αποτυπώνει την πραγματικότητα κατηγορηματικά. Είναι γλώσσα λιτή, καθόλου ποιητική και καθόλα σύγχρονη. Ήταν πάντα το στυλ γραφής σου ή κατάληξες σε αυτό μετά από πειραματισμό, την τριβή με τις λέξεις;

Νομίζω ότι αυτό που δεν συγχωρεί η σύγχρονη εποχή είναι ο στόμφος, ο έντονος συναισθηματισμός, ο μελοδραματισμός κι ο διδακτισμός. Αυτά κυρίως προσπαθώ να αποφεύγω. Διαβάζοντας παλιότερα κείμενά μου που δεν έχουν δημοσιευθεί διαπιστώνω ότι ως ένα βαθμό διακατέχονται από μελοδραματισμό. Φαίνεται ότι έχω καταφέρει –είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα– ως ένα βαθμό να καθαρίσω τη γραφή μου από τέτοια στοιχεία. Από εκεί κι έπειτα και λόγω ιδιοσυγκρασίας μου ταιριάζει ο λιτός τρόπος γραφής, ωστόσο προσπαθώ πάντα να μην γίνεται στεγνός.

Οι σπουδές σου στη Φιλολογία ήταν έναυσμα για μεγαλύτερη ενασχόληση με τη συγγραφή;

Θα έλεγα ότι λειτούργησαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ από μικρό παιδί είχα το σαράκι της γραφής, μελετώντας μεγάλα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας αποθαρρύνθηκα. Δεν έβλεπα για ποιο λόγο να προσπαθήσω να δώσω το δικό μου έργο στο κοινό τη στιγμή που ήταν σίγουρο ότι δεν θα έφτανα το ύψος του ενός Καραγάτση για παράδειγμα. Σίγουρα ήταν λάθος τρόπος σκέψης και το καταλάβαινα, αλλά δεν μπορούσα να το αποβάλω εύκολα. Ωστόσο δεν εγκατέλειψα τη συγγραφή, απλώς έγραφα πολύ σποραδικά και κυρίως για μένα. Δεν ένιωθα την ανάγκη να τα δημοσιεύσω. Μετά ήρθε η μόδα των ιστολογίων, των blogs και κάπως διοχέτευα εκεί αυτή την ανάγκη μου.

Η πρώτη απόπειρα δημόσιας εμφάνισης στα λογοτεχνικά πράγματα ήταν μία συλλογή νοσταλγικών κειμένων με τίτλο «Ο πόνος της επιστροφής». Τι μεσολάβησε μέχρι να φτάσει στα χέρια των αναγνωστών το βιβλίο «Στην πόλη των ξένων»;

Εκείνη η συλλογή ήταν το προϊόν του πειραματισμού μου πάνω στα ψηφιακά βιβλία, τα ebooks. Θέλοντας να κάνω μία τέτοια ψηφιακή έκδοση, αποφάσισα να συγκεντρώσω από ιστολόγιό μου τα κείμενα εκείνα που έφερναν κάπως σε διήγημα (σίγουρα δεν είναι διηγήματα), δηλαδή τα κείμενα που περιέγραφαν περιστατικά της παιδικής και νεανικής ηλικίας. Έβαλα ως τίτλο την ετυμολόγηση της λέξης «νοσταλγία» δηλαδή «το άλγος του νόστου» που σημαίνει «ο πόνος της επιστροφής» και το άφησα να κυκλοφορεί ελεύθερο στο διαδίκτυο κάπως σαν μπουκάλι στο πέλαγος, όπως εξάλλου ήταν κι ο τίτλος του ιστολογίου μου.

Τελικά αποφάσισα να ασχοληθώ συστηματικά πια με τη συγγραφή το 2011 όταν μπήκα στη σελίδα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για να δηλώσω συμμετοχή σε σεμινάριο διόρθωσης κι επιμέλειας κειμένων και τελικά αποφάσισα να συμμετέχω σε σεμινάριο δημιουργικής γραφής με διδάσκουσα την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Δύο χρόνια μετά παρακολούθησα άλλο ένα σεμινάριο με διδάσκουσα τη Σώτη Τριανταφύλλου μέσα από το οποίο, όπως είπα, γεννήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα.

Προσωπικά θα ήθελα να δω διαβάσω ένα σίκουελ της Πόλης των Ξένων. Πόσο πιθανό είναι να συμβεί στο μέλλον;

Πολύ πιθανό αλλά όχι σίγουρο. Η αλήθεια είναι ότι κάποια σημεία έμειναν ανοικτά στο τέλος του βιβλίου. Όχι κατά λάθος, αλλά από επιλογή, χωρίς βέβαια να έχω στο μυαλό μια συνέχεια. Αυτό είναι κάτι που σκέφτηκα αργότερα, με την ενθάρρυνση και κάποιων αναγνωστών και με απασχολεί αυτόν τον καιρό. Προσπαθώ λοιπόν να ολοκληρώσω το σχεδιάγραμμα μιας συνέχειας του έργου, να δημιουργήσω μία ολοκληρωμένη πλοκή. Εάν τελικά δεν τα καταφέρω, θα καταπιαστώ με κάποια από τα άλλα σχέδια που περιμένουν την πραγματοποίησή τους.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Μια πόλη διαφορετική. Αυτή είναι η Ξενιάδα. Μια πόλη στα σύνορα, περίκλειστη από φράχτες και συρματοπλέγματα, όπου ζουν οι μετανάστες που απελευθερώνονται από τα γειτονικά κέντρα κράτησης, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της άδειας διαμονής ή της απέλασης.

Σ’ αυτή την πόλη-στρατόπεδο ή πόλη-φυλακή συναντιούνται τα τρία πρόσωπα της ιστορίας: Ο Αλέξανδρος, αστυνόμος της Δίωξης Παράνομης Μετανάστευσης, που μετατέθηκε στην Ξενιάδα προσπαθώντας να ξεπεράσει ένα επώδυνο διαζύγιο, η Ζαχρά, που ήρθε στην πόλη αναζητώντας νέα για το γιο της που έδωσε από εδώ τα τελευταία σημεία ζωής, και η Μαριάνα, δικηγόρος και μέλος μη κυβερνητικής οργάνωσης που βοηθά μετανάστες.

Μεταξύ του Αλέξανδρου και της Μαριάνας δημιουργείται μια εξ ορισμού επισφαλής ερωτική σχέση, ενώ η Ζαχρά, αναζητώντας μάταια κάποιο νέο για την τύχη του γιου της, θα συναντήσει τη Μαριάνα, από την οποία θα βρει συμπαράσταση και βοήθεια. Παράλληλα η έρευνα του Αλέξανδρου για την εξαφάνιση θα αποκαλύψει ότι η άκρη του νήματος βρίσκεται στην Αστυνομική Διεύθυνση Ξενιάδας.

Ένα μυθιστόρημα για τη μετανάστευση; Ή μήπως ένα δυστοπικό μυθιστόρημα; Ερωτική ιστορία; Αστυνομικό μυστήριο; Το «Στην πόλη των ξένων» είναι όλα αυτά μαζί. Κυρίως όμως είναι η ιστορία τριών ανθρώπων που -για τον δικό του λόγο ο καθένας- αισθάνονται ξένοι στην ίδια τους τη ζωή και που κατά σύμπτωση συναντήθηκαν σε μια πόλη που δημιουργήθηκε για ξένους.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Άγγελος Μανουσόπουλος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1971. Σπούδασε Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικούς ιστότοπους και έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Η συλλογή «Ο πόνος της επιστροφής», με νοσταλγικά κείμενα που δημοσιεύθηκαν στο ιστολόγιό του, κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο σε ψηφιακή μορφή. Το «Στην πόλη των ξένων» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Ζει και εργάζεται στη Λάρισα.

Ιωάννα Γκανέτσα, Συγγραφέας

Δείτε επίσης

Βρείτε μας