Τι άκουσε ένας 30άρης στη Δ.Ε.Θ.

Πέρασε κιόλας μία εβδομάδα από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, η οποία εγκαινιάστηκε, ως είθισται, από τον Πρωθυπουργό, Αλ. Τσίπρα, και ολοκληρώθηκε με την ομιλία του Προέδρου της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, Κυριάκου Μητσοτάκη.
Τα μηνύματα πολλά, το ίδιο και οι συμβολισμοί. Και οι δύο πολιτικοί αρχηγοί επιχείρησαν να περιγράψουν το σχέδιό τους για τη χώρα, σε μία κρίσιμη συγκυρία από πολλές απόψεις: οι πληγές από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι δεν έχουν ακόμα επουλωθεί, έληξε η τριετής διάρκεια του 3ου Μνημονίου που είχε υπογράψει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ τον Αύγουστο του 2015, χωρίς εντούτοις η χώρα να έχει ακόμα βγει στις αγορές λόγω του απαράδεκτα υψηλού κόστους δανεισμού, ενώ μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδος έχει άτυπα ξεκινήσει, ήδη σε υψηλούς τόνους, προσθέτοντας την πολιτική αβεβαιότητα στο ήδη επιβαρυμένο οικονομικό κλίμα.
Εκατέρωθεν αναφορές και εξαγγελίες έγιναν και από τους δύο πολιτικούς αρχηγούς για θέματα που αφορούν τη Δημόσια Διοίκηση, τη Δικαιοσύνη, την Παιδεία, την Υγεία, τον κατώτατο μισθό, τις φορολογικές επιβαρύνσεις κλπ. Ευτυχής ήταν η διαπίστωση ότι ο Πρωθυπουργός, αφενός, επιβεβαίωσε την Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, αφετέρου δε αναγνώρισε την αξία και την ανάγκη για προσέλκυση επενδύσεων, ως τον μόνο δρόμο για «παραγωγή νέου πλούτου» και τη «μείωση της ανεργίας»!

Από την άλλη πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε ένα συγκροτημένο σχέδιο, το οποίο βασίζεται σε 6 πυλώνες-αρχές, τεχνοκρατικά τεκμηριωμένο και κοστολογημένο, παίρνοντας θέση απέναντι τόσο στα εθνικά μας προβλήματα, αλλά και αναφερόμενος στη θέση της Ελλάδας στον κόσμο και στους διεθνείς οργανισμούς.
Εντούτοις, πέραν του στυλ και της εξειδίκευσης, θέλω να σταθώ σε δυο βασικές, θεμελιώδεις διαφορές που παρουσίαζαν οι δυο ομιλίες, και κατ’ ουσίαν, οι δύο πολιτικοί αρχηγοί και το πολιτικό τους πρόγραμμα:

Διαφορά 1η : Πώς θα γίνουν πράξη οι εξαγγελίες του καθενός;
Ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην ομιλία του στην ύπαρξη ενός σχεδίου «ολιστικής αναπτυξιακής στρατηγικής», το οποίο βασίζεται σε «επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις», χωρίς εντούτοις περαιτέρω ανάλυση. Υπενθυμίζεται ότι το «ολιστικό αναπτυξιακό σχέδιο» που είχε προ μηνών καταθέσει η Κυβέρνηση στους θεσμούς (και το οποίο βασιζόταν σε επενδύσεις, όπως η καλλιέργεια μαριχουάνας) δεν έπεισε για την αναπτυξιακή του δυναμική. Άλλωστε, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής (Έκθεσή Β Τριμήνου 2018, Αύγουστος 2018), χαρακτηρίζει το σχέδιο «Στρατηγική Ανάπτυξης για το μέλλον» που ανακοίνωσε η Κυβέρνηση, ως «ένα θετικό πρώτο βήμα συζήτησης για τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας…». Δηλαδή, ένα μήνα ήδη μετά την πολυδιαφημισμένη έξοδο από τα μνημόνια και μετά από 3,5 χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η Κυβέρνηση το μόνο που έχει εκπονήσει έως τώρα είναι ένα «πρώτο βήμα συζήτησης», αμφιβόλου αξίας και χρησιμότητας, τη στιγμή που θα έπρεπε να υπάρχει σαφής και συγκεκριμένος σχεδιασμός για την επόμενη ημέρα, σε τελικό στάδιο, ο οποίος θα αναμένει την εφαρμογή του. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι ως προς τη στήριξη των νέων, ο Πρωθυπουργός περιόρισε το όραμά του σε…μια θέση στο Δημόσιο. Δηλαδή, το μη βιώσιμο μοντέλο το οποίο καταδίκασε στη αρχή της ομιλίας του, επαναλαμβάνει ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στο πιο παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας, αναιρώντας ο ίδιος τις εξαγγελίες για μείωση φορολογίας, για προσέλκυση επενδύσεων, για νέες θέσεις εργασίας!

Στον αντίποδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, διαχρονικά συνεπής και ειλικρινής στον πολιτικό του λόγο, υπεραμύνθηκε των δυνάμεων του Ιδιωτικού Τομέα ως βασικού μοχλού, δίπλα σε μία αποτελεσματική Διοίκηση, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Δεσμεύτηκε μεταξύ άλλων για σημαντικές, συγκεκριμένες και κοστολογημένες, μειώσεις σε φορολογικούς συντελεστές φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, μείωση εισφορών με ανταποδοτικό και βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα, κατάργηση τέλους επιτηδεύματος και μείωση ΦΠΑ στην εστίαση. Πλήρης κατάργηση των capital controls και ενιαία αδειοδοτική αρχή για σημαντικές επενδύσεις, στον αντίποδα του υφιστάμενου «λαβύρινθου» αρμοδιοτήτων μεταξύ φορέων και αρχών. Στοχεύουμε ψηλά και είμαστε φιλόδοξοι για τη χώρα μας: ανάπτυξη κατά μέσο όρο 4% στα επόμενα δέκα χρόνια, 700.000 νέες θέσεις εργασίας, δραστική μείωση του χρέους, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Μητσοτάκης.

Διαφορά 2η: Πώς θα αποφύγουμε μια νέα οικονομική κρίση στο άμεσο μέλλον;
Και οι δύο πολιτικοί αρχηγοί αναφέρθηκαν στην ανάγκη να «μην φτάσουμε ποτέ ξανά στο ίδιο σημείο». Εντούτοις, μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ως στόχο, εθνικής σημασίας, τη μείωση του κόστους δανεισμού της χώρας, ώστε να μπορούμε να δανειζόμαστε με λογικά επιτόκια όπως όλες οι υγιείς οικονομίες. Αυτό, φυσικά, προϋποθέτει τις τολμηρές μεταρρυθμίσεις που θα δημιουργούν την ασφάλεια στους επενδυτές ότι αξίζει κανείς να επενδύσει στην Ελλάδα και στους Έλληνες. Στον αντίποδα, ο Αλέξης Τσίπρας, με την υπερφορολόγηση και τις υψηλότατες ασφαλιστικές εισφορές (χωρίς ανάλογες παροχές) «υποσκάπτει» ο ίδιος και η Κυβέρνησή του την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας αποθαρρύνοντας οποιονδήποτε ξένο να επενδύσει τα χρήματά του σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον. Αυτό αποτυπώνεται στα υψηλότατα επιτόκια που παρουσιάζουν τα ελληνικά ομόλογα (δηλ. στο υψηλό κόστος δανεισμού της χώρας), γεγονός το οποίο δεν μας επιτρέπει προς το παρόν την έξοδο στις αγορές κεφαλαίου, παρά την τυπική έξοδο από τα μνημόνια. Μάλιστα, αντί να διακηρύξει ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τη μείωση του κόστους δανεισμού ως προϋπόθεση εθνικής επιβίωσης, μας καθησύχασε λέγοντας ότι μέχρι να βγούμε στις αγορές (δηλαδή πότε?) υπάρχει το λεγόμενο «μαξιλάρι», το κεφαλαιακό δηλαδή απόθεμα που προέκυψε από την υπερφολόγηση και την δραματική περικοπή δαπανών σε παιδεία (χιλιάδες παιδιά εκτός νηπιακών σταθμών), υγεία (ελλείψεις σε προσωπικό, φάρμακα κλπ.), μη καταβολή συντάξεων κλπ. Εντούτοις, η δημιουργία αυτού του «μαξιλαριού» με τα ως άνω μέσα και περικοπές έχει «προ-κυκλικό» αποτέλεσμα (procyclicality), δηλαδή επιδεινώνει περαιτέρω την προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας, αλλά και την καθημερινότητα του πολίτη, αφετέρου δεν λύνει το βασικό πρόβλημα των αιτιών του υψηλού κόστους δανεισμού, αλλά ούτε και εγγυάται το αν και πότε η χώρα θα καταφέρει να δανειστεί με λογικούς όρους (και αν όχι τι θα μας συμβεί τότε…).

Η γενιά μας, οι σημερινοί 30άρηδες οφείλουμε να στηρίξουμε τον πολιτικό ηγέτη που θα διαμορφώσει τις συνθήκες στην εθνική οικονομία που θα δώσουν σε μας και στα παιδιά μας προοπτική για το μέλλον. Ο Αλέξης Τσίπρας, στα τρεισήμισι χρόνια διακυβέρνησής του δεν μπορεί να εγγυηθεί την προοπτική αυτή, όπως προκύπτει από την ίδια την ομιλία του και τα έως τώρα πεπραγμένα. Μόνη αξιόπιστη λύση για την οικονομία μας, για το μέλλον μας, για εμάς και τα παιδιά μας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Αθηνά Π. Σιαφαρίκα, Δικηγόρος
Mjur Oxford, Υπ. Διδάκτωρ
Μητρώο Στελεχών ΝΔ

Δείτε επίσης

Βρείτε μας