«Έξοδος» πίσω στον χρόνο / Ιωάννα Γκανέτσα

Πιάνοντας κάποιος στα χέρια του το βιβλίο του Άρη Σφακιανάκη «Έξοδος» των εκδόσεων Κέδρος, το πρώτο που διαπιστώνει είναι πως το εξώφυλλο είναι εξαιρετικό και άκρως ελκυστικό.

Οι διαφορετικές εικόνες που το συνθέτουν: εικόνες θανάτου, πολέμου, ελπίδας, όλα κομμάτια μιας εξόδου τόσο κυριολεκτικής όσο και μεταφορικής, προδιαθέτουν τον αναγνώστη να θέλει να διαπιστώσει σε ποια όχθη βγάζει, τελικά, αυτή η Έξοδος.

Το δεύτερο που παρατηρεί κάποιος είναι το βιογραφικό. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας δεν επιθυμεί μακροσκελείς αναφορές σε όσα έχει πετύχει, τουλάχιστον, συγγραφικά, όποτε αρκείται στο εξής: Άρης Σφακιανάκης.

Ένα όνομα, και αν όχι μια ιστορία, σίγουρα ένα ολόκληρο κεφάλαιο τα συγγραφικά δρώμενα. Γνώρισε όλα αυτά τα χρόνια την αναγνώριση, την επιτυχία, έγινε best seller, έδωσε το δικό του προσωπικό στίγμα γραφής κι εκεί που λες πως έχει όλες τις προδιαγραφές ώστε να γράψει μια ακόμη επιτυχία, έρχεται και δηλώνει τόσο μέσα από συνεντεύξεις του όσο μέσα από το τελευταίο του αυτό βιβλίο πως άρχισε να πλήττει με τα ίδια του τα γραψίματα (σε αντίθεση, βεβαίως, με το κοινό του, το οποίο τον ακολουθεί πιστά όλα αυτά τα χρόνια).Και, τι κάνει;

Δοκιμάζει να παρεκκλίνει της πεπατημένης, της γνωστής και σίγουρης από πλευράς αναγνωσιμότητας θεματολογίας του —δηλαδή τη σχέση των δύο φύλων— και να ασχοληθεί με το μυθιστόρημα μέσα σε ένα χρονικό πλαίσιο όχι απλά ιστορικό και παρελθοντικό αλλά την ίδια στιγμή μεγάλης εθνικής σημασίας, αυτό της Εξόδου από το Μεσολόγγι, το 1826.

Παίρνει τον ίδιο γνώριμο σύγχρονο 50χρονο πια αφηγητή-ήρωα του – γιατί ο Άρης αγαπά τη διήγηση σε πρώτο πρόσωπο— έναν χαρακτήρα τον οποίο έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενα μυθιστορήματα του και τον μεταφέρει πίσω στο χρόνο, την περίοδο που δημιουργούνταν το νέο ελληνικό κράτος. Τον κλείνει μέσα στο Μεσολόγγι του 1826 κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του από Τούρκους και Άραβες και ταυτόχρονα τον αναγκάζει, μέσα από την περιήγηση του στο χώρο και το χρόνο εκείνης της εποχής να γευτεί την πείνα και τον θάνατο, να νιώσει στο πετσί του τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και να δει τον εαυτό να φλερτάρει με τα προσωπικά του όρια και σε στιγμές να αγγίζει τα άκρα.

Θεωρώ πως η πένα του Άρη Σφακιανάκη αναπαριστά πιστά την πραγματικότητα εκείνης της εποχής και επιτυγχάνει να βάλει τον αναγνώστη στο κλίμα της Εξόδου, μιας εξόδου που σημαδεύει τόσο το Έθνος όσο και τον ίδιο τον ήρωα.

Είναι παραστατικός και ακριβής στις περιγραφές του, οι οποίες είναι κατά την γνώμη μου, ένα από τα μεγαλύτερα ατού του βιβλίου και χρησιμοποιεί μια μεγάλη γκάμα γλωσσικού εκφραστικού πλούτου και μια λογοτεχνική διατύπωση γεμάτη γλαφυρότητα.

Ωστόσο, παρά τις δύσκολες εκείνες ώρες του Έθνους, της Ιστορίας αλλά και του ίδιου του ήρωα, μιας και είναι παγιδευμένος στο παρελθόν χωρίς να γνωρίζει αν θα καταφέρει να γυρίσει πίσω εκεί στο σήμερα, ο Άρης Σφακιανάκης δεν μπορεί να αρνηθεί στον αγαπημένο του ήρωα, αυτό που είναι δεύτερη φύση του και συνώνυμο της ζωής του, δηλαδή τον έρωτα.
Έτσι, λοιπόν, μέσα σε όλη αυτή την κόλαση του Δάντη, τον κυκεώνα δυσκολιών και αιματηρών συνθηκών, όχι μόνο ερωτεύεται αλλά ερωτεύεται τη γυναίκα κάποιου άλλου. Και μάλιστα όχι οποιουδήποτε άλλου αλλά του γνωστού οπλαρχηγού εκείνης της εποχής, του Τζαβέλα, γεγονός που κάνει το κυνήγι της ιδιαίτερα ελκυστικό, ειδικά όταν πρόκειται για έναν άντρα που καταδιώκεται από το σύνδρομο του Καζανόβα.
Και μπορεί κάποιος αρχικά να αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν ενώ ο κόσμος καίγεται γύρω του, και ο θάνατος στήνει χορό, εκείνος να βρίσκει χρόνο για έρωτες, σύντομα όμως συνειδητοποιεί καθώς οι μέρες περνούν και η Έξοδος από το Μεσολόγγι πλησιάζει πως αυτή του η ενασχόληση με μια πολύ μικρότερη του γυναίκα (εκείνη 20, αυτός 50) τον βοηθά να διαχειριστεί μια κατάσταση καθόλου γνώριμη και οικεία προς αυτόν, εκείνη του πολέμου.
Η εμμονή του με την απροσπέλαστη, λόγω συνθηκών και εποχής, Λένια, είναι, ουσιαστικά η δική του χείρα ψυχολογικής βοηθείας που τον οδηγεί με μια κάποια ασφάλεια μες στην κόλαση που τον περιβάλλει. Χωρίς εκείνη ο ήρωας του Άρη θα ήταν χαμένος, μιας και έχει μπει σε τελείως άγνωστα νερά αλλά η πιθανότητα στιγμών μαζί της τού δίνουν έστω μια προοπτική, αν όχι να επιβιώσει, τουλάχιστον να προσπαθήσει για την επιβίωση.
Θέλω, τελειώνοντας, να τονίσω πως ενώ οι πρώτες σελίδες του βιβλίου, όντας πλημμυρισμένες με τον χαρακτηριστικό προσωπικό τρόπο γραφής του συγγραφέα, δίνουν στον αναγνώστη την αίσθηση μιας γνώριμης και οικείας ανάγνωσης, καθώς η υπόθεση προχωρά, διαπιστώνει πως οι σελίδες αυτές λειτουργούν τελικά ως πέρασμα, μια σύνδεση του γνωστού τρόπου γραφής του Άρη Σφακιανάκη με το εγχείρημα του να καταπιαστεί με το δύσκολο είδος του μυθιστορήματος σε ιστορικό πλαίσιο.

Ένα μυθιστόρημα, σίγουρα όχι αμιγώς ιστορικό, μιας και ο Άρης βάζει το στοιχείο του παράδοξου που τόσο αγαπά, αλλά με όλα εκείνα τα δυνατά λογοτεχνικά χαρακτηριστικά που δίνουν την αίσθηση ενός ταξιδιού εικόνων και συναισθημάτων πίσω στο χρόνο.

Ένα ταξίδι που, τελικά, ναι, αξίζει ο αναγνώστης να κάνει.

Ιωάννα Γκανέτσα

Βρείτε μας