«Τι φοβάται η Τυτώ;», άποψη της Ιωάννας Γκανέτσα

Ο σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είπε κάποια στιγμή πως η διαφορά ανάμεσα στο ψέμα και το παραμύθι είναι ότι το ψέμα (είτε το λες στους άλλους είτε στον εαυτό σου σημειώνω εγώ) σε βοηθά να υπεκφεύγεις τις δυσκολίες της ζωής, ενώ το παραμύθι σε βοηθά να τις αντιμετωπίζεις. Δεν είχε άδικο.

Εκτός από ένα εξαιρετικό μέσο ψυχαγωγίας, το παραμύθι είναι παράλληλα ένα μέσο που βοηθά τα παιδιά να αποκαλύψουν την εσωτερική τους φύση και την ίδια στιγμή είναι ο πιο άμεσος τρόπος να οδηγηθούν με ασφάλεια στην ωριμότητα.

Αυτό συμβαίνει διότι τα παιδιά δεν βιώνουν πραγματικά όσα ακούν ή διαβάζουν, αλλά τα επεξεργάζονται και κρατούν στο τέλος αυτά που —σύμφωνα με εκείνα— πρέπει.

Ένα από τα χαρακτηριστικά, της Δέσποινας Γκουτζολίκα είναι ακριβώς αυτό. Να πραγματεύεται καθημερινά θέματα ή προβλήματα στοχεύοντας στη συνείδηση των παιδιών.

Και στα 4 βιβλία της έχει χτίσει λογοτεχνικούς χαρακτήρες που έχουν στοιχεία µε τα οποία το παιδί που διαβάζει ή ακούει το παραμύθι μπορεί να ταυτιστεί και να εκφράσει ή να διαχειριστεί ασυνείδητα κομμάτια του ψυχισμού του.

Στο πρώτο της βιβλίο «Ο φύλακας άγγελος» ασχολήθηκε με την ζήλια μεταξύ των αδερφιών και άγγιξε το δύσκολο θέμα της παιδικής λευχαιμίας, στο δεύτερο, το «Ουπς, ένα ροζ χταπόδι στον ωκεανό» έκανε λόγο για τη διαφορετικότητα, στα «Mαγικά Χρωματιστά Μολύβια» σύστησε στα παιδιά τις αξίες της ζωής και στο καινούργιο της βιβλίο καταπιάνεται με τις φοβίες.

Στο βιβλίο «Τι φοβάται η Τυτώ;» η συγγραφέας χρησιμοποιεί το στοιχείο του φανταστικού εξαιρετικά απλά, χωρίς δηλαδή την προσθήκη υπερβολικών στοιχείων.

Η μικρή κουκουβάγια Τυτώ ζει σ’ έναν κόσμο φανταστικό, ένα μαγικό δάσος, έχει μαμά, φίλους, όμως, ταυτόχρονα έχει κι έναν εχθρό. Ένα «τέρας» που καθώς η ιστορία εξελίσσεται καλείται να αντιμετωπίσει. Ένα «τέρας» που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι υπαρκτό, είναι ψυχολογικό, αλλά το οποίο μπορεί να αποδειχθεί το ίδιο απειλητικό.

Η Δέσποινα υφαίνει μια ιστορία γεμάτη κοινωνικά μηνύματα και επιχειρεί να βοηθήσει τα παιδιά να χαλιναγωγήσουν το φόβο τους και την ίδια στιγμή να οριοθετηθούν τα πρέπει της κοινωνίας. Γιατί η Τυτώ δεν έχει να διαχειριστεί μόνο το άγχος του πώς θα αντιμετωπίσει το φόβο της αλλά και το άγχος του τι θα πει ο περίγυρος.

Ο συνδυασμός της εικονογράφησης του Σταμάτη Παπαδήμου με το κείμενο της Δέσποινας προσφέρει διπλή αισθητική απόλαυση: στα μάτια και στ’ αυτιά. Η δύναμη που έχουν οι εικόνες και οι λέξεις επιτρέπουν στο παιδί να ταξιδέψει στο χώρο της φαντασίας, να ονειρευτεί, να σκεφτεί μεγάλα ζητήματα τα οποία μια παιδική ιστορία μπορεί να προσεγγίσει με απλό τρόπο, συγκαλυμμένα στη ροή του παραμυθιού και ίσως να βρει λύσεις σε θέματα που το απασχολούν.

Η Δέσποινα με τις λέξεις της ζωγραφίζει ένα παράθυρο στη φαντασία αλλά και τη σκέψη του παιδιού, ένα παράθυρο που λειτουργεί ως µηχανισµός προβολικής του ανθρώπινου ψυχισµού.

Με αυτόν τον τρόπο το παιδί μπαίνει στη διαδικασία να προβάλλει στην ιστορία στοιχεία από τη δική του ζωή και τον εσωτερικό του κόσµο και μέσω αυτής της διαδικασίας μπορεί να προκύψει ταύτιση είτε µε την Τυτώ, είτε το μικρό φίλο της, το αστεράκι, είτε τη μαμά της, είτε ακόμη και µε τα γεγονότα με τον τρόπο που διαδραματίζονται.

Το παιδί μπορεί να είναι και να κάνει ό, τι θέλει µέσα στην ιστορία και να πειραματιστεί συναισθηματικά χωρίς να φοβάται πως θα έχει κυρώσεις αν συμβεί κάτι αρνητικό ή πως θα τον κοροϊδέψουν για όσα νιώθει.

Διεισδύοντας µέσα στον κόσµο της Τυτώς, το παιδί αντιλαμβάνεται ένα κομμάτι της λειτουργίας της κοινωνίας και τις αντιξοότητες που πιθανόν να συναντήσει και με αυτόν τον τρόπο έχει τη δυνατότητα να προετοιµαστεί σωστά για την προσαρµογή του στην κοινωνία των ενηλίκων και των ασυνειδήτων συναισθηµατικών συγκρούσεων.

Όπως πολύ σωστά είπε κάποια στιγμή ένας βρετανός συγγραφέας, ο Τζ.Κ. Τσέστερτον,

«τα παραμύθια είναι κάτι περισσότερο από αληθινά, όχι επειδή μας λένε ότι υπάρχουν δράκοι, αλλά επειδή μας λένε ότι οι δράκοι μπορούν να ηττηθούν».

Έτσι λοιπόν και το παραμύθι της Δέσποινας δεν μας λέει πως δεν υπάρχουν φόβοι, μας λέει πως οι φόβοι μας μπορούν να ηττηθούν.

Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγο φως, πολλή θέληση κι έναν καλό φίλο: τον εαυτό μας.

Ιωάννα Γκανέτσα

Βρείτε μας